verbη ΄θ£νλ€[νΛμ΄νλ€]Advanced
Englishburst; rupture; explode: To burst as a result of being broken or cut.
κΉ¨μ§κ±°λ κ°λΌμ Έ ν°μ§λ€.
- λ μ¨κ° μΆμμ§λ©΄ μλκ΄μ΄ μΌμ΄μ νμ΄νμ§ μλλ‘ λ―Έλ¦¬ μλ μ€λΉλ₯Ό ν΄μΌ νλ€.
- ν겨μΈμ 보μΌλ¬ λ°°κ΄μ΄ νμ΄νλ λ°λμ μ¨ κ°μ‘±μ΄ μΆμμ λ¨μ΄μΌ νλ€.
- νμ΄ν λλ§₯.
Source: νκ΅μ΄κΈ°μ΄μ¬μ (Basic Korean Dictionary) Β· CC BY-SA 2.0 KR