nounηη΄ [νΛμ]Advanced
Englishcarbon: A major component of charcoal or coal.
μ―μ΄λ μνμ μ£Όλ κ΅¬μ± μμ.
- μλ¬Όμ λκΈ° μ€μ νμλ₯Ό μ»κΈ° μν΄ κ΄ν©μ±μ νλ€.
- κ³Όνμλ μμμ νμλ₯Ό κ²°ν©ν΄ λ€λ₯Έ λ¬Όμ§μ λ§λ€μλ€.
- νμ μμ.
Source: νκ΅μ΄κΈ°μ΄μ¬μ (Basic Korean Dictionary) Β· CC BY-SA 2.0 KR