nounζΆ²[μ‘]Advanced
Englishliquid: Substance that flows like water or oil.
λ¬Όμ΄λ κΈ°λ¦μ²λΌ νλ₯΄λ λ¬Όμ§.
- μ΄ λ무μμ λμ€λ μ‘μ λ§μλ©΄ 건κ°μ μ’λ€κ³ νλ€.
- μ·μ λλ° μ‘μ΄ λ¬»μ΄μ λ²μ΄ 보μλλ μμ²μμ κ³ λ¦μ΄ λ°΄ κ²μ΄μλ€.
- λ무μ μ‘.
Englishliquid: A word usually attached to another noun, meaning 'liquid.'
βμ‘체βμ λ»μ λνλ΄λ λ§.
- λ§κ±°μ‘.
- λ§μ·¨μ‘.
- μΈμ²μ‘.
Source: νκ΅μ΄κΈ°μ΄μ¬μ (Basic Korean Dictionary) Β· CC BY-SA 2.0 KR