verbι Έζ§ενλ€[μ°μ±ννλ€]Advanced
Englishacidify: For something to turn into acid; to acidify something.
μ°μ±μΌλ‘ λ°λλ€. λλ μ°μ±μΌλ‘ λ°κΎΈλ€.
- κ°κ΅μμ λ°°μΆλλ μ€μΌ λ¬Όμ§μ λ°λ€λ₯Ό μ°μ±νν κ²μ΄λ€.
- μ°λ¦Ό ν μμ΄ λλ¬΄κ° μλΌμ§ λͺ»ν μ λλ‘ μ°μ±νν κ²μΌλ‘ μ‘°μ¬ κ²°κ³Όμ λνλ¬λ€.
- λͺΈμ΄ μ°μ±ννλ€.
Source: νκ΅μ΄κΈ°μ΄μ¬μ (Basic Korean Dictionary) Β· CC BY-SA 2.0 KR